Έλληνες Μετανάστες και Εκπαίδευση

Η Ελλάδα υπήρξε παραδοσιακά χώρα αποδημίας. Με την οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 η μαζική αποδημία Ελλήνων, μια κατάσταση που έμοιαζε να ανήκει στο παρελθόν, έκανε δυναμικά την επανεμφάνισή της. Το φαινόμενο, που έχει ονομαστεί «νεο-μετανάστευση», είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από όσα ανάλογα συνέβησαν πριν από μερικές δεκαετίες. Ενώ τον 20ο αιώνα η μετανάστευση στερούσε από την Ελλάδα τις πλέον παραγωγικές ηλικίες, στις αρχές του 21ου αιώνα στερεί ένα άρτια καταρτισμένο επιστημονικό και εργατικό δυναμικό.

Μετά το 2008 οι Έλληνες μετανάστες είναι επιστήμονες, στελέχη επιχειρήσεων, επαγγελματίες, εξειδικευμένοι τεχνίτες που προέρχονται από τα μεγάλα αστικά κέντρα και μιλούν ξένες γλώσσες. Το 75% όσων αποδημούν είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου, ενώ το ήμισυ είναι ηλικίας μεγαλύτερης των 30 ετών, έχουν οικογένεια και μεταναστεύουν για να διατηρήσουν την ποιότητα ζωής που είχαν εξασφαλίσει στην Ελλάδα πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Η μετακίνησή τους είναι μελετημένη και οι ίδιοι είναι ανοιχτοί στο κοινωνικό περιβάλλον των χωρών υποδοχής ενώ δείχνουν αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες ένταξης στις χώρες υποδοχής και τα ειδικότερα θέματα της εκπαίδευσης των παιδιών τους.

Οι νέοι Έλληνες μετανάστες αισθάνονται περισσότερο ως διακινούμενοι εργαζόμενοι, με την έννοια που έχει αυτός ο όρος εντός της ΕΕ, παρά μετανάστες. Οι δεσμοί με τη χώρα παραμένουν ισχυροί, λόγω της διαδόσεως των διαδικτυακών κοινωνικών μέσων αλλά και της γεωγραφικής εγγύτητας, αφού οι περισσότεροι νεο-μετανάστες έχουν επιλέξει χώρες της ΕΕ. Δίπλα στους έχοντες μορφωτικά και επαγγελματικά προσόντα, υπάρχει και μια μειοψηφική ομάδα ατόμων, η οποία  ανέρχεται στο 6% του συνόλου, χωρίς καμία επαγγελματική κατάρτιση και με γυμνασιακές γνώσεις, που εγκατέλειψαν την Ελλάδα ευρισκόμενοι σε κατάσταση οικονομικής απελπισίας. Όταν δεν διασφαλίζονται προϋποθέσεις προστασίας και ίσης μεταχείρισης κινδυνεύουν από διακρίσεις, περιθωριοποίηση και κοινωνικό αποκλεισμό.

Είναι σαφές ότι η νεο-μετανάστευση θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Οι επόμενες γενιές βιώνουν καταστάσεις που είναι συνήθεις ως προς τη δυσκολία διατηρήσεως των δεσμών με την πατρίδα των προγόνων (π.χ.  αποξένωση από την Ελλάδα, μεικτοί γάμοι, μείωση χρήσεως της ελληνικής γλώσσας κ.λπ.). Τα βασικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν είναι η ψήφος των Ελλήνων πολιτών στο εξωτερικό και η παιδεία των ελληνοπαίδων στο εξωτερικό.

Οι εκτός Ελλάδας Έλληνες, στους οποίους απευθύνεται κυρίως η ελληνόγλωσση εκπαίδευση, κατανέμονται μεταξύ της ιστορικής και της σύγχρονης-μεταναστευτικής διασποράς. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται όσοι βρίσκονται σε παραδοσιακά κέντρα του ελληνισμού, χωρίς να μετακινηθούν στο πρόσφατο παρελθόν (π.χ. Έλληνες της Αλβανίας, της Αιγύπτου, της Κωνσταντινούπολης κ.τ.λ.) και στη δεύτερη όσοι μετακινήθηκαν απ’ τις εστίες τους γνωρίζοντας πως αποκόπτονται οριστικά από το εθνικό κέντρο (π.χ. Έλληνες της Αμερικής, της Αυστραλίας κ.τ.λ.). Η οργάνωση των Ελλήνων Ομογενών οικοδομήθηκε και βασίστηκε για πολλές δεκαετίες σε δύο πυλώνες: α) στις λαϊκές (αστικές) κοινότητες και β) στις ενορίες της εκκλησίας. Στα μεγάλα κέντρα συγκέντρωσης Ελλήνων ομογενών, στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και αλλού (π.χ. Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Μελβούρνη κ.τ.λ.), οι λαϊκές και ενοριακές κοινότητες συνυπάρχουν και δραστηριοποιούνται παράλληλα. Οι κοινότητες διαδραματίζουν, διαχρονικά, καθοριστικό ρόλο στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της διατήρησης της θρησκευτικής πίστης, διευκολύνουν τις προσπάθειες διαμόρφωσης και διατήρησης της εθνικής ταυτότητας, βοηθούν στην ταχύτερη κοινωνικοποίηση των νέων μεταναστών και αναδεικνύουν ζητήματα που απασχολούν τα μέλη τους.

Η εκπαίδευση του Απόδημου Ελληνισμού έχει μακρά ιστορία. Για πολλούς αιώνες οι ελληνικές κοινότητες πρωτοστάτησαν στη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και λειτούργησαν ως φορείς του ελληνικού πολιτισμού στα πέρατα της οικουμένης. Μετά το μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του ‘60 προς τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης αρχίζει η υποστήριξη της παιδείας των ομογενών από το ελληνικό κράτος με σχολεία, εκπαιδευτικούς, βιβλία και διδακτικό υλικό.

Κατά τη δεκαετία του ‘80 διαπιστώνεται ραγδαία αύξηση του αριθμού των αμιγών σχολείων και των λεγόμενων Τμημάτων Μητρικής Γλώσσας (μετέπειτα ΤΕΓ). Επιπλέον, η θεσμοθέτηση της εισαγωγής των ομογενών και των τέκνων υπαλλήλων στα ελληνικά πανεπιστήμια και η αύξηση των αποσπάσεων εκπαιδευτικών ενίσχυσε σημαντικά το μαθητικό δυναμικό των σχολικών μονάδων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κυρίως προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Κατά την εικοσαετία 1990-2010 με την απόσπαση πολλών εκπαιδευτικών κυρίως προς ευρωπαϊκές χώρες, δεν υπηρετήθηκαν οι πραγματικές ανάγκες των μαθητών και της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης και παρατηρήθηκαν στρεβλώσεις και υπερβολές.

Η εκπαίδευση αναδεικνύεται ως η πιο σημαντική πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπισθεί, καθώς οι μαθητές που έχουν ανάγκη διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας έχουν πυκνώσει. Η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας εκτός Ελλάδος γίνεται σε δύο παράλληλα επίπεδα: σχολεία που λειτουργούν ως αντίγραφο των σχολείων στην Ελλάδα, και Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας (ΤΕΓ).

Ως προς τα σχολεία είναι θεμιτό ένα πρόγραμμα σπουδών που θα οδηγεί στην απόκτηση ενός τέτοιου τίτλου σπουδών που να διασφαλίζει σε ικανοποιητικό βαθμό ότι ο μαθητής ενσωματώνεται στη χώρα υποδοχής, διατηρώντας παράλληλα και την επαφή του με τη γλώσσα καταγωγής του. Ως προς τα Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας, τα πράγματα είναι δύσκολα λόγω της οικονομικής αδυναμίας του ελληνικού κράτους να ικανοποιήσει όλες τις εκπαιδευτικές ανάγκες του Απόδημου Ελληνισμού. Η σύνδεση αυτών των τμημάτων με τα επίπεδα του πιστοποιητικού επάρκειας ελληνομάθειας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας αποτελεί ένα κίνητρο για τους μαθητές, αφού οι προσπάθειές τους καθίστανται μετρήσιμες.

Image result for έλληνες μετανάστες στη Μ. Βρετανία

Το νέο κύμα μετανάστευσης, μια εκτεταμένη ιδιωτική επαγγελματική κινητικότητα υπολογίζεται ότι μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο αριθμεί περίπου 620.000 άτομα. Η Μ. Βρετανία ήταν αδιάλειπτα πόλος έλξης μεταναστών από την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή.

Συνολικά για το διάστημα Ιανουαρίου 2002- Σεπτεμβρίου 2018, έχουν καταγραφεί 110.799 Έλληνες που έχουν αποκτήσει Αριθμό Κοινωνικής Ασφάλισης (National Insurance Number, NIN), ο οποίος είναι απαραίτητος για εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ). Ειδικότερα, το διάστημα 2009 – α΄ ενιάμηνο 2018, ο αριθμός των Ελλήνων που απέκτησαν NIN ανήλθε στις 88.793 άτομα (περίπου 55% άνδρες και 45% γυναίκες). Το 2017 ο αριθμός των Ελλήνων πολιτών που απέκτησαν ΝΙΝ ήταν σχεδόν επταπλάσιος του αντίστοιχου του 2009. Το α΄ ενιάμηνο 2018, καταγράφηκε μείωση κατά 13% των εγγεγραμμένων έναντι του αντιστοίχου διαστήματος 2017. Επίσης σημαντικά αυξημένος είναι ο αριθμός των νέων Ελλήνων μεταναστών προς τις σκανδιναβικές χώρες και την Ιρλανδία. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία του HESA (Higher Education Statistics Agency) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-18, φοιτούσαν στα βρετανικά Πανεπιστήμια 10.135 Έλληνες φοιτητές (4η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, 5.140 προπτυχιακοί, 4.995 μεταπτυχιακοί).

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αποδήμων Ελλήνων διαφέρουν από χώρα σε χώρα και συναρτώνται με την κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική τους κατάσταση στις χώρες που ζουν. Έτσι η παροικιακή εκπαίδευση  των μαθητών στις διάφορες ομογενειακές κοινότητες εξαρτάται από τις πολιτισμικές συνθήκες στις χώρες αυτές. Οι νέοι μετανάστες συνυπάρχουν με άλλους λαούς στην πολυειδή κοινωνία της εκάστοτε χώρας υποδοχής, η οποία συνήθως είναι πολύγλωσση, πολυ-εθνοτική, πολυ-θρησκευτική, κ.λπ., προσθέτοντας το δικό τους χρώμα στην πολυπολιτισμική ποικιλομορφία. Σταδιακά από την απλή συνύπαρξη περνούν στην αμοιβαία επιρροή, την πολιτιστική διασταύρωση και τη σύναψη σχέσεων.

Στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης ζουν αρκετοί μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, οι οποίοι εγγράφουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία της Ομογένειας (ΤΕΓ). Τα παιδιά αυτά είναι στην καλύτερη περίπτωση δίγλωσσα, με κυρίαρχη όμως γλώσσα της χώρας διαμονής. Συνήθως οι γονείς δεν διαθέτουν επαρκή χρόνο για να αναπτύξουν στενές σχέσεις μεταξύ τους. Οι γονείς αυτοί δεν μιλούν στα παιδιά τους Ελληνικά με αποτέλεσμα η πρόοδός τους στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας να καθυστερεί. Ωστόσο, είναι περήφανοι για την ελληνική καταγωγή τους. Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρείται μια μορφή ελληνικότητας χωρίς έντονο το στοιχείο της γλώσσας, αφού αυτό φθίνει σε ορισμένες παροικίες της Ομογένειας.

Τα παιδιά των πρότερων μεταναστών και οι Έλληνες μαθητές του εξελισσόμενου μεταναστευτικού ρεύματος προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τις άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης εγγράφονται συνήθως στα ξένα σχολεία. Σύμφωνα με την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τη Μετανάστευση και την Κινητικότητα διαγράφονται νέες προκλήσεις και ευκαιρίες για τα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα σχολεία αυτά θα πρέπει να προσαρμοστούν προς τους μετανάστες μαθητές, να υποστηρίξουν την ενεργητική τους ένταξη και να τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, παρέχοντας υψηλής ποιότητας μάθηση. Η εκπαίδευση θα πρέπει να εξασφαλίσει τις αναγκαίες συνθήκες ώστε οι μαθητές να γίνουν επιτυχημένοι και παραγωγικοί πολίτες της εκάστοτε χώρας υποδοχής. Σε ένα κλίμα αλληλοσεβασμού και αποδοχής της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει ανεκτίμητη πηγή εμπλουτισμού για τα σχολεία.

Οι Έλληνες του εξωτερικού επιβιώνουν όταν γίνονται δημιουργικά και ενεργά μέλη των χωρών στις οποίες ζουν. Όχι όταν αποκόπτονται από τις ρίζες τους και αφομοιώνονται από τον πανίσχυρο περίγυρο, ούτε όμως όταν αρνούνται την πραγματικότητα της χώρας διαμονής, εγκαταλείπονται και κρατιούνται στο περιθώριο. Οι Έλληνες επιβιώνουν όταν αφομοιώνουν τα δημιουργικά στοιχεία του περιβάλλοντος διαμονής, επιτυγχάνουν μια γόνιμη σύζευξη των δύο πολιτισμών και γίνονται πολίτες του σύγχρονου κόσμου. Έτσι δραστηριοποιούνται στη νέα δυναμική πραγματικότητα στην οποία θα ζήσουν και αξιοποιούν με επιτυχία τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες και προκλήσεις που ανοίγονται.

Τέλος, τα αμιγή ελληνικά σχολεία και τα Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού (ΤΕΓ), τα οποία έχει ιδρύσει το ελληνικό κράτος, υπόσχονται την ομαλή και απρόσκοπτη ένταξη των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών στην πολυπολιτισμική βρετανική πραγματικότητα. Το Γραφείο Συντονιστή Εκπαίδευσης της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνο από τη σύστασή του υπηρετεί την καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Π.Ε.Θ.) της Ελλάδας παρά τις αντιξοότητες συνεχίζει να στηρίζει έμπρακτα την εκπαίδευση της Ελληνικής Ομογένειας με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς και διδακτικό υλικό, έντυπο και ψηφιακό.

Υπό το βάρος της κρίσης, την οποία βιώνει η πατρίδα μας, αλλά και τις επιπτώσεις συνεχών μεταβολών, τα ελληνόγλωσσα σχολεία αναζητούν τη διαμόρφωση νέας ταυτότητας στο διεθνές περιβάλλον. Τα αμιγή ελληνικά σχολεία και τα ΤΕΓ είναι πνευματικές εστίες διατήρησης της ελληνοφωνίας, που αγκαλιάζουν νέους και ενήλικες ποικίλων πολιτιστικών καταβολών. Λαμβάνοντας υπόψη τη διγλωσσία ή πολυγλωσσία των μαθητών και μαθητριών, ενσωματώνουν  διαπολιτισμικές διαστάσεις στο Πρόγραμμα Σπουδών της Ελληνόγλωσσης Εκπαίδευσης του Εξωτερικού, αναπτύσσουν τη γνωστική ευελιξία για να εμπλουτίσουν τις εμπειρίες των μαθητών, ώστε να είναι σε θέση να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο πολυπολιτισμικό κόσμο.

Στοιχεία σχετικά με τους Έλληνες του εξωτερικού στους παρακάτω συνδέσμους:

Χάρτης: Πόσοι (και πού) είναι οι Έλληνες του εξωτερικού

 

Οδηγός επιβίωσης για ένα Έλληνα μετανάστη στην Αγγλία